Σχολιάστε

Το ψηλότερο συρτάρι στη βιβλιοθήκη

Το ψηλότερο συρτάρι στη βιβλιοθήκη μου, παραμένει σχεδόν άδειο. Είναι το ράφι που προορίζεται για την ελληνική λογοτεχνία και δυστυχώς ποτέ δεν της αφιέρωσα αρκετό χρόνο. Κάθε επόμενο βιβλίο σκέφτομαι: μεγάλος κόσμος, μεγάλοι συγγραφείς, γιατί να ασχοληθείς με τους γεννημένους σε αυτή τη γωνιά; Δεν είναι δα και οι λογοτέχνες της, όπως είναι οι ποιητές της.

Διάβασα κατά καιρούς λίγη ελληνική λογοτεχνία. Τον παππούλη από τη Σκιάθο, το υπερεκτιμημένο τοτέμ της Κρήτης και άλλα, που όμως ενώ σέβομαι, δεν τους έδωσα και χώρο στο ράφι μου. Ως τώρα στο ράφι απολάμβανε τη μοναξιά του «Το Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου, το οποίο είναι από τα μεγαλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει γενικώς.

Από χθες δεν είναι μόνο. Δίπλα του στέκεται όρθιο χωρίς κανένα αίσθημα κατωτερότητας, «Το Διπλό Βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή.

Τώρα άντε να γράψεις δυο πράγματα για ένα αριστούργημα και να μπορέσουν να μείνουν όρθια, αν φυσήξει το πρότυπο.

Το γράψιμο του Χατζή είναι εξαίσιο, αλλά το βιβλίο προσπερνάει οποιαδήποτε πρόζα και την κοιτά αφ’ υψηλού. Πρόκειται για δύο βιβλία μαζί σε ένα. Για να αντιληφθείς περίπου τι ακριβώς γίνεται σκέψου ότι είναι το «A Day in the Life» των Beatles αλλά σε βιβλίο, γραμμένο όμως από έναν άνθρωπο.

Η διπλότητα του βιβλίου είναι πολλαπλή και αναφέρεται σε διάφορα δυαδικά σχήματα που επανέρχονται συνεχώς. Αφορά αφενός τους δύο αφηγητές του βιβλίου αφού τα εννιά του κεφάλαια τα αφηγούνται εναλλάξ ο συγγραφέας του βιβλίου και ο πρωταγωνιστής του που έχει διπλό ρόλο (αφηγητή και πρωταγωνιστή). Οι χρόνοι που εξελίσσεται είναι δύο. Ο πρώτος ξεκινά το 1940-1941 και πάει μέχρι την ήττα του Εμφυλίου και ο δεύτερος τα χρόνια της δικτατορίας (με προεκτάσεις). Οι τόποι είναι δύο. Η Ελλάδα της κατοχής, και της Αντίστασης αλλά και η Γερμανία της μετανάστευσης. Και οι χώροι είναι δύο αφού έχουμε και τον αστικό αλλά και τον επαρχιακό χώρο να έχουν θέση. Και οι τάξεις είναι δύο, γιατί ζούμε μέσα στο βιβλίο το προλεταριάτο, αλλά ζούμε και τη μεγαλοαστή θεία (χώρια τους Γρμανούς εκπρόσωπους του κεφαλαίου).

Ελπίζω να έγινε σαφές με τι καταπιάνεται το βιβλίο. Με τα ΠΑΝΤΑ. Και τα καταφέρνει και δεν χάνεται μέσα στο χάος της Ρωμαίικης μοίρας αλλά βγαίνει νικητής. Η μορφή του μυθιστορήματος είναι το μεγαλύτερο του χαρτί. Η αποδόμηση της κλασικής αφήγησης και η οικοδόμηση μιας καινούργιας αφηγηματικής τεχνικής είναι αυτό που κάνει το μυθιστόρημα κάτι παραπάνω από κλασικό. Είναι μυθιστόρημα που κανονικά πρέπει να διδάσκεται. Σε σχολεία; Σε σχολές δημιουργικής γραφής; Δεν ξέρω. Ίσως στο τμήμα Λογοτεχνίας που υπάρχει στο εκπαιδευτικό σύστημα της Γαλλίας. Πάντως εγώ προσφέρομαι να το κάνω διδακτορική διατριβή και να το διδάσκω.

Για γλώσσα και ύφος δε θα μιλήσω. Για αυτά θεωρώ ότι δεν πρέπει να μιλάς. Θα κλείσω με απόσπασμα ώστε να μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας για το ύφος του.

«Ο Βασιλειάδης όμως; Είναι, βλέπεις, κι αυτός – δε μπορείς να πεις δεν τον ξέρω. Είναι ένα καλό παιδί, το καλύτερο του ελληνικού καφενείου – και δεν είπα τίποτα γι’αυτόν ως τώρα. Είταν από τους αλήθεια κυνηγημένους κ’ έζησε εδώ πολύ φτωχικά με τα λίγα λεφτά που μπορούσε να βγάζει κάνοντας βαριές δουλειές. Αριστερός – και δεν τα πήγε καλά μ’ αυτούς τους δημαγωγού, τις επιτροπές τους, τις εκδηλώσεις, που λέγανε, τα μέτωπα τους. Είπε πάντα ήσυχα και στρογγυλά πως ένα καινούριο κόμμα χρειάζεται στην Ελλάδα – αριστερό μα μακριά πα’ αυτούς. Και πως θα ‘ναι δύσκολο να γίνει. Εμένα μ’ άρεσε πάντα να τον ακούω – και για το καινούριο κόμμα – μπορεί, λέω, στο τέλος σ’ αυτό να πάω και γω με το μικρό το μυαλό μου, όσο τους βλέπω και τους ακούω τούτους εδώ στο ελληνικό καφενείο μας.

– Καλά τα πήγαμε ως τα τώρα, μου ‘πε προχτές, βολευτήκαμε όλοι μ’ αυτή τη δικτατορία, βολέψαμε την ψευτιά μας. Μπορείς να μου πεις, σε παρακαλώ, και τι θα γίνουν αυτοί χωρίς τους δικτάτορες;

Με αποχαιρέτησε και ξαφνικά μ’ αγκάλιασε και με φίλησε. Συγκινήθηκα πολύ που να με πάρει ο διάβολος. Είχε γούστο, λέω, ν’ αποκτήσω τώρα και πολιτική συνείδηση μ’ αυτόν το Βασιλειάδη.»

Το διπλό βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις To Ροδάκιο. Αν βρεθεί ένας να διαβάσει αυτό το μαραφέτι και να πάει να το αγοράσει να το διαβάσει, να μου στείλει ένα μήνυμα. Θα με κάνει ευτυχισμένο.

Για τον συγγραφέα Δημήτρη Χατζή δεν έγραψα τίποτα. Πέθανε το 1981 και γι’ αυτό καλύτερα είναι μιλάει το έργο του. Τα σέβη μου.

αρχείο λήψης

Serge Daney

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: